Αναγνώστες

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Ο Μάρκος Βαμβακάρης γράφει για τον Πειραιά και το λιμάνι (από την ιστοσελίδα "Ερανιστής"...


Ο Μάρκος Βαμβακάρης γράφει για τον Πειραιά και το λιμάνι
Ο Μάρκος Βαμβακάρης σε ηλικία περίπου 12 χρονών, έπειτα από μια μάλλον ασήμαντη παιδική αταξία που έκανε, νομίζοντας ότι τον αναζητούσε η αστυνομία, φτάνει στον Πειραιά (1917) και φιλοξενείται με το αζημίωτο σε μια θεία του στα Ταμπούρια. Κάποια στιγμή βρίσκεται ανάμεσα σε πατριώτες του Φραγκοσυριανούς και πιάνει αρχικά δουλειά μαζί τους ως εργάτης στο κάρβουνο,, σε συνθήκες πολύ δύσκολες. Αν αφήσουμε κατά μέρος το μπουζούκι και τη σύνθεση, με τα οποία  καταπιάνεται εξάλλου πολύ αργότερα, η ιστορία του Μάρκου είναι η ιστορία χιλιάδων εργαζόμενων ανθρώπων της εποχής οι οποίοι, κυριολεκτικά κάθε καρυδιάς καρύδι, συνέρρεαν στο λιμάνι του Πειραιά. Είχε προηγηθεί η μαζική προλεταριοποίηση των αγροτικών πληθυσμών στη Σύρο, με την έκρηξη της εμπορευματικής βιοτεχνικής οικονομίας προς τα τέλη του 19ου αι, ενώ μετά το 1922 στον Πειραιά καταφτάνουν κατά χιλιάδες  εξαθλιωμένοι οι πρόσφυγες από τη Μικρασία. Με την περίοδο πριν τον πόλεμο, την κατοχή και την αντίσταση είχα ασχοληθεί σε δύο παλιότερα σημειώματα εδώ, πάλι με βάση την αυτοβιογραφία του Συριανού ρεμπέτη.
Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι ο Μάρκος γράφει απολύτως ρεαλιστικά για τα ήθη των ανθρώπων του μεσοπολέμου και τις συνθήκες της ζωής τους, χωρίς να ωραιοποιεί τίποτα. Η ματιά του, βεβαίως, η ματιά του μάγκα της εποχής, είναι υποκειμενική, οι πληροφορίες ωστόσο που αναφέρει είναι αυθεντικές και συχνά εκπλήσσουν με τις λεπτομέρειές τους.
Ο “Φράγκος”  όπως τον έλεγαν οι φίλοι, ο μεγάλος έρωτας του, η Ζιγκοάλα, τον έλεγε υποτιμητικά “φραγκόσκυλο”, έζησε και εργάστηκε στον Πειραιά ως καρβουνιάρης, χαμάλης και χασάπης για αρκετά χρόνια. Ο ίδιος θέλοντας να γράψει την ιστορία του, όπως “τράβηξε η καρδιά του”, αναφέρεται συχνά στα βάσανα και τους καημούς  των ανθρώπων της τάξης του, στα επαγγέλματα που έκανε, στους μάγκες, στο μαύρο, τους τεκέδες και πλήθος άλλα, πάντα σε ατόφια δημοτική της αγοράς, χωρίς πολλά φτιασίδια και περιττά. Κι όταν ακόμα ορκιζόταν πώς “ή θα μάθει μπουζούκι ή θα κόψει το χέρι του με την τσατίρα (σ.σ.= μεγάλη μαχαίρα)”, ποτέ δεν υπολόγιζε ότι θα βιοπορίζονταν ως οργανοπαίχτης ή μουσικός.  Το επόμενο κείμενο είναι αυτούσιο από την αυτοβιογραφία του (σελ 81 έως 94), πρόσθεσα  τις εικόνες και τα τραγούδια.

Το κάρβουνο και η χαμαλίκα

"Στο τελωνείο ήταν ανθρώποι που παίρνανε ογδόντα δραχμές μεροκάματο, κι ήταν ανθρώποι που παίρναν εκατόν είκοσι δραχμές μεροκάματο. Λοιπόν αυτοί ήταν ξεχωριστή παρέα, γεροί άνδρες όπως ήμουνα και γω. Κάτι Αούτηδες, κάτι Μυκονιάτιδες, κάτι Σαντορινοί και κάτι Ασίντηδες και γω μέσα ως Συριανός, παιδί ε; Εί­χαν έρθει εν τω μεταξύ οι πρόσφυγες. Και εκουβαλάγαμε με τη χαμαλίκα πράματα βαριά. Χαμαλίκα είναι ένα πράμα σα στρωμάτσα που το βάζαμε στην πλάτη, περνούσε από τις μασχάλες, για να μη μας κόβουνε τα βάρη. Ενώ οι άλλοι που δουλεύανε στις μαούνες βγάζανε ζάχαρες, ρύζια, αλεύρια, πιο αλαφρά, και επαίρνανε ογδόντα δραχμές. Δουλεύαμε από τις οχτώ το πρωί μέχρι δύο, τρεις, δρόμο." Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία. Φωτό: χαμάλης στη Θεσαλονίκη, αρχές 19 αι.
“Όταν έφυγα από τη Σύρα και ήρθα στον Πειραιά, έμεινα σε μια θεία μου που τη λέγανε Ειρήνη Αλτουβά, στην οδόν Φωτίου Κορυτσάς, τέρμα στα Ταμπούρια.[...]. Κατάκοπος κάθε βράδυ, εκοιμόμουνα με δύο κουβέρτες στο πά­τωμα της θείας μου, και φαινόμουνα και βάρος, μολονότι της έδινα εξήντα δραχμές τη βδομάδα. Με τάιζε και μ’ έπλενε. Από τις υπόλοιπες έστελνα στη μανά μου όσες μπορούσα. Δεν ήμουνα και σπάταλος ακόμη. Ως μικρός, και στο καφενείο στη ζού­λα εχωνόμουνα. Εκεί εγνώρισα κάτι πατριώτες μου Φραγκοσυριανούς. Αν και μικρός, το βραδάκι στο καφενείο τους γνώρισα, και συναναστράφηκα μαζί τους.Αυτοί, ήταν κι αυτοί γαιανθρακεργάτες. Τους παρεκάλεσα και με πήραν μαζί τους, αν και μικρός, επειδή γνωρίζανε τον πατέρα μου. Με αύτη τη σκληρή δουλειά που έκανα, δεκαπέντε χρονών να κουβαλώ ζεμπίλι στην πλάτη με τα κάρβουνα, εκέρδιζα είκοσι, σαράντα δραχμές γιατί εδουλεύαμε με τον τόνο. Τότες μού φάνηκε και μένα πως πλούτισα, και για πρώτη φορά αγόρασα κι έβαλα παπούτσια στο ποδάρι μου. Ως τότε από την ξυπολισά είχανε κάνει οι πατούσες μου σχισίματα.
Τα γράμματα από το σπίτι μου πηγαινοερχόντουσαν σε μένα και στη θειά μου, την οποία η μάνα μου παρακαλούσε να με προσέχει, για να μην πάρω μεγαλύτερο κακό δρόμο. Είχα αρχίσει πια να εί­μαι παλικαράκι. “Έπιασα διάφορους φίλους, της γειτονιάς τα παιδιά.
Πειραιάς εδώ. Λιμάνι. Ο κόσμος αλητεμένος. Τα παιδιά άλλος έπαιζε χαρτιά, άλλος γύριζε στις γυναίκες, άλλος κάπνιζε. Αρχί­νησα και γω να καπνίζω στου Φωκά. Τότες ο κόσμος, χωρίς εμπόδιο από κανέναν, τρεις μέρες κράτη­ση μοναχά για όποιον πιάνανε να φουμάρει, κάπνιζε χασίσι εύκολα, χωρίς να νιώθει πως τον πειράζει. Το χασίσι ερχόταν από την Τουρκία λαθραίο. Υπήρχε και στην Ελλάδα, κατώτερης ποιότη­τος. Όσοι εργαζόντουσαν στα λιμάνια απόκτησαν τη συνήθειας και τη διέδωσαν στους χαμάληδες, απλούς εργάτες, και σ’ όποιον αποζητούσε να ξεχνά.
Εννιά μήνες μετά τον ερχομό μου στον Πειραιά ήρθε και ολόκληρη η οικογένεια μου στον Πειραιά, και μέναμε όλοι μαζί στα Ταμπούρια. Ο πατέρας αμέσως έπιασε δουλειά μαζί μου στο κάρ­βουνο. Βολευόμαστε οικονομικά.
Μια μέρα πήγαμε να δώσουμε κάρβουνο σ’ ένα μεγάλο καράβι που πήγαινε τότε Ελλάς – Αμερική. Δεν το θυμάμαι τ’ όνομά του. Παλαιό καράβι πόκανε τη γραμμή Αμερικής χρόνια. Εδούλευα με το συχωρεμένο τον πατέρα μου. Έλαχε να με βά­λουνε χαφιαδόρο εμένανε στα αμπάρια κάτω. Να πέφτουν από πάνω από τα μάτια τα κάρβουνα, να ρίχνουνε και γω να τρα­βάω με το φτιάρι το κάρβουνο. Εκεί εγώ ετεμπέλιασα. Δε βαριέ­σαι, λέω, να κάτσω να κοιμηθώ και δεν πα να ρίξουνε. Ρίχνανε. Μα εγώ δεν τράβαγα. Ρίξανε ενενήντα τόνους κάρβουνο, το οποί­ον όταν είδανε πια ότι δεν τραβάω, σου λέει τι έπαθε; Μήπως έπαθε  κάτω τίποτε; Γιατί δεν τραβάει; Τι κάνει; Εγώ κοιμόμουνα. Όταν εξύπνησα όμως και είδα το κάρβουνο από πάνω μου φοβήθηκα. Τι είναι αυτό. Πως θα το βγάλω αυτό το πράμα; Είδα κι έπαθα να βγω από κει μέσα. Με βγάλανε αναίσθητο. Πήγα να σκάσω. Με βγάλανε με χίλια ζόρια, με χίλια βάσανα. Πήγανε από κει από κάτω που τραβάνε κάρβουνο για τη μηχανή και μπήκαν μέσα και με τραβήξανε και με βγάλανε και κατόπιν τραβήξανε το κάρ­βουνο και έπεσε από πάνω.

"Αφού όπως σας είπα είχα παρασυρθεί στην αλητεία, άρχισα να ζω κι όλες τις κακοπάθειές της. Και μια μέρα, με τσακώνουνε μέσα στον τεκέ του Σωτηράκη με πέντε άλλους και μου δίνουνε τον αργιλέ και τα καλάμια και τα χασίσια και τα τουμπεκιά στα χέρια, και δεμένον με περνούσαν, μαζί με τους άλλους, απ’ την παραλία του Πειραιώς, της Ζέας, και μας πηγαίνανε για το τρίτο που ήταν στην οδό Ρετσίνα. Κάτι ξυλιές, κάτι κλωτσιές, και την άλλη μέρα για το πλημμελειοδικείο. Τότε μάς έδινε δυο τρεις μέρες κράτηση, και όσες φορές κι αν μας πιάναμε το ίδιο." Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία.
Το πρωί κατά τις έξι ξυπνούσαμε. Ο πατέρας σηκωνόταν πρώ­τος και με σήκωνε και έμενα. Άντε πάμε για δουλειά. Σηκωνό­μουνα. Όλο κουρασμένος ήμουνα. Ήμουνα και παιδάκι ακόμη. Την εφοβούμουνα τη δουλειά και την κούραση, γιατί ήτανε βαριά δουλειά. Αλλά τι να κάνω; Έπρεπε να πάω και με τον πατέρα μου γιατί κι ο πατέρας μου ήτανε φιλάστενος. Τον ελυπόμουνα. Αλλά ήμουν και μικρό παιδί, δεκαεφτά δεκαοχτώ χρονώ παιδί. Για λογαριάστε τώρα να κουβαλάς τόσα κάρβουνα.
Πίναμε ένα τσάι, ένα φασκόμηλο και λίγο ψωμί. Γάλα ποτέ. Μας έδινε η μάνα φαγιά να πάρουμε μαζί μας, να κάτσουμε κει πέ­ρα να φάμε. Κατά τις εννιάμισι δέκα σταματάγαμε για να κάνουμε κολατσό. Το πρωί, μισή ώρα ποδαρόδρομο απ’ τα Ταμπούρια να φτάσουμε στις δεξαμενές του Βασιλειάδη, στον Κάνθαρο. Εδώ μπροστά στο λιμάνι που μπαίνουμε μέσα, τότες υπήρχαν οι καρβουναποθήκες διαφόρων, του Παληού, του Εμπειρίκου, αυτών που είχαν καράβια. Εμείς γεμίζαμε τις μαούνες από τις αποθήκες και το βά­ζαμε στα καράβια. Το κάρβουνο ερχότανε από την Αγγλία, από την Ρωσία, από διάφορα μέρη. Ερχόντανε τα καράβια, τα φορτη­γά, και αδειάζανε εκεί στις αποθήκες, και το κουβαλάγαμε απ’ όξω μέσα στις αποθήκες. Κι ύστερα από τις αποθήκες στα καρά­βια που ήταν να ταξιδέψουν. Αύτη ήταν η δουλειά μας.
Στο δρόμο βλέπαμε όλους τους εργάτες, τον κόσμο που κατέ­βαινε στη δουλειά του. Άνθρωποι από διάφορες εργασίες. Η πα­ρέα, δέκα δώδεκα νομάτοι με τον κάπο επικεφαλής, μαζευότανε στον Κάνθαρο. Πιο πέρα ήταν τα ναυπηγεία του Βασιλειάδη που ανεβαίνανε τα ποστάλια και τα καθαρίζανε. Δηλαδή μικρά καρά­βια, αυτά που πήγαιναν στη Σύρα, στην Άνδρο, στα νησιά. Στην παρέα του Στέφανου είμαστε δέκα νοματαίοι και όλοι Συριανοί και Φράγκοι, μισοσυγγενείς σχεδόν. Ο Στέφανος καθολικός κι αυτός.
Ήτανε κι άλλες πέντε δέκα παρέες, Σαντορινοί, Συμιακοί. Τις ήξερα. Προσπαθούσανε να είναι έτσι κι αυτοί συγγενείς, δέκα δώδε­κα νοματαίοι. Η παρέα του Μανόλη, η παρέα του Γιώργη κλπ.
Οι δουλειές ήτανε αργολαβία. Υπήρχαν άλλοι πιο μεγάλοι κάποι. Κάποι ονομαζόντουσαν στην δουλειά αυτοί όπως είχαμε το όνομα βάρκοι εμείς. Το σωματείο των γαιανθρακεργατών είχε κάπους, αρχιεργάτες. Κι αυτοί οι κάποι εμεριμνούσανε για τις παρέες που κάνανε τη δουλειά. Ήτανε πέντε δέκα παρέες. Κι ερχόντανε. Αυτή η μαούνα είναι πενήντα τόνοι, να πούμε. Άντε δουλέψτε την εσείς. Πάρτε δρόμο να τη βγάλτε. Φώναζαν π.χ. να ‘ρθει η παρέα των Φραγκοσυριανών να κάνουν τη δουλειά.
Πότε βγάζαμε το κάρβουνο όξω από τα φορτηγά που ξεφορτώ­ναμε. Πότε πηγαίναμε κάτω στο λιμάνι, πιάναμε μια μαούνα εξήντα εβδομήντα τόνους, δέκα νοματαίοι, δώδεκα, την όποια  έπρεπε να την αδειάσουμε στον Κάνθαρο, μέσα εκεί που είχανε τις αποθήκες του κάρβουνου  οι μεγάλοι εφοπλιστές. Και πότε παίρναμε με τη μαούνα και πηγαίναμε και δίναμε κάρβουνο από τις αποθήκες στα καράβια που ήταν να πλεύσουν.


"Πειραιάς εδώ. Λιμάνι. Ο κόσμος αλητεμένος. Τα παιδιά άλλος έπαιζε χαρτιά, άλλος γύριζε στις γυναίκες, άλλος κάπνιζε. Αρχί­νησα και γω να καπνίζω στου Φωκά. Τότες ο κόσμος, χωρίς εμπόδιο από κανέναν, τρεις μέρες κράτη­ση μοναχά για όποιον πιάνανε να φουμάρει, κάπνιζε χασίσι εύκολα, χωρίς να νιώθει πως τον πειράζει. Το χασίσι ερχόταν από την Τουρκία λαθραίο. Υπήρχε και στην Ελλάδα, κατώτερης ποιότη­τος. Όσοι εργαζόντουσαν στα λιμάνια απόκτησαν τη συνήθειας και τη διέδωσαν στους χαμάληδες, απλούς εργάτες, και σ' όποιον αποζητούσε να ξεχνά." Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία.
Εδούλευα. Κουραζόμουνα. Με το ζεμπίλι στον ώμο. Κι έλεγα πότε θα ‘ρθει η ώρα να σχολάσουμε. Εγώ ήμουνα μικρός κι έπρεπε να κουβαλάω. Τα γεροντάκια φκιαρίζανε. Αλλά κι αυτοί εκουραζόντουσαν. Αύτη ήτανε η δουλειά μου μέρα, νύχτα, συνέχεια, τρία, τέσσερα χρόνια.
Οι κάποι μιλούσαν με τα διάφορα γραφεία που είχαν τα καρά­βια, με τα γραφεία που είχαν τις αποθήκες και με το σωματείο. Στο σωματείο ανήκαμε όλοι οι ανθρακεργάτες και είχαμε πρόεδρο των γαιανθρακεργατών έναν ονομαζόμενος Γεράσιμος Γαλιατσάτος. Μάλλον Κεφαλλονίτης ήταν αυτός, ο οποίος στο τέλος έγινε καταχραστής. Κάθε μήνα δίναμε ένα τάλιρο στο σωματείο. Το σωματείο εμεριμνούσε για όλα τα πράματα. Για τους γιατρούς, άμα τον χρειαζόντανε κανένας, να πάει κανένας στο νοσοκομείο. Όχι και να κά­τσεις βέβαια. Δεν είχαμε λεπτά για να κάτσεις πέντε δέκα μέρες.
Οι κάποι μόνο διατάζανε και κανονίζανε. Τους κάπους τους πλήρωνε το σωματείο, δηλαδή από αυτούς που είχαν τις αποθήκες τους και τα καράβια. Ήταν άνθρωποι του σωματείου. Πήγαιναν στα γραφεία και πληρωνόντουσαν.
Σήμερα εδώσαμε εκατό τόνους κάρβουνο στο τάδε καράβι. Δώσε μας τα λεφτά μας. Ο κάπος ο δικός μας, της ομάδας, Ο Στέφανος, αφού  σπατσάραμε από τη δουλειά και φεύγαμε, επήγαινε στο γρα­φείο του σωματείου. Πόσο δώσαμε σήμερα, πόσο βγάλαμε; Τόσο κάνει με τον τόνο. Και τα έπαιρνε. Το βράδυ μάς τα ‘δινε. Όλη αύτη η παρέα μας εκαθόμαστε στα Ταμπούρια και το βράδυ πάλι σμίγαμε σ’ ένα καφενεδάκι, πάλι Συριανό, κι ερχόταν εκεί και μας έβρισκε ό Στέφανος και μας έδινε τα λεφτά. Κι αν δεν έβρισκε κανέναν, την άλλη μέρα το πρωί του τα ‘δινε.
Στην παρέα ο κάπος κι όλοι οι άλλοι ήταν ίσοι. Ο κάπος της παρέας δεν εκουραζόνταν τόσο όσο εκουραζόμαστε εμείς που είμα­στε εργάτες. Δηλαδή ερχόνταν ένας,  φώναζε από το γραφείο. Έ­βγαινε. Εμείς  δουλεύαμε. Ερχόντανε άλλος για να δει, να λύσει, να δέσει, τι χρειαζόταν εκεί πέρα. Πήγαινε. Ενώ οι άλλοι οι κά­ποι του σωματείου που διατάζανε τους κάπους της παρέας καθόλου δεν δουλεύανε.
Αυτός o Στέφανος ήταν καλός άνθρωπος, ένα ανθρωπάκι όπως εμείς ήτανε. Ένας αγράμματος, αφού δεν ήξερε ούτε το όνομά του να υπογράφει. Αγράμματος τελείως. Γιατί κι αυτός έλαχε και ώ­ρες που εδούλευε. Άμα δεν είχε δουλειά άλλη, δεν μπόραγε να κάθεται να διατάζει, εμπρός, πιάσε, φκιάριζε. Γύριζε, κουβάλαγε. Αλλά ήταν λίγο πιο ελεύθερος  από ένανε σαν εμάς που εμπαίναμε τώρα μέσα και επιάναμε γραμμή δουλειά. Ο κάπος έπαιρνε εξ ίσου με τους άλλους. Τον εμπιστευόμασταν. Ήταν άνθρωπος του σωμα­τείου. Εξάλλου ξέραμε πόσα λεφτά κάνανε οι τόνοι που εβγάλαμε. Το ξέραμε ακριβώς. Ούτε να πάρει ούτε ένα τάλιρο παρά πάνω. Μπορώ να σου πω ότι καμιά φορά χάλαγε κι από τα δικά του.
Το καλοκαίρι ζέστη μεγάλη. Ήταν ανυπόφορη η δουλειά. Το χειμώνα μπορεί να έκανε λιγάκι κρύο αλλά ήσουνα ντυμένος, ύστε­ρα έπιανες τη δουλειά σου, δούλευες καλύτερα.
Από εμφάνιση είμαστε άστα, γιατί πηγαίναμε στα κάρβουνα. Μουτζούρες. Ένα ντρίλινο παντελόνι, ένα πουκάμισο, ένα σακάκι της φωτιάς. Και βέβαια μετά, όταν κάναμε τη δουλειά μας και πη­γαίναμε στα σπίτια μας και ντυνόμαστε, κάπως ήμαστε συμμορφωμένοι.
Στο λιμάνι δεν είχε μέρος να πλυθείς. Καθένας ήθελε να πάει στο σπίτι του να σαπουνιστεί, να πλυθεί, να γίνει ωραίος στα καθαρά.
Στο κεφάλι φορούσαμε μαντίλι από μια πετσέτα. Τη δέναμε στα μαλλιά για να μη πηγαίνει η μουτζούρα. Πάντως επήγαινε. Ένα μαντίλι που δέναμε στο λαιμό μας για να μην πηγαίνουν από πίσω από το λαιμό, στην πλάτη, τα κάρβουνα. Πετσέτα ειδήμων γι’ αύτη τη δουλειά, δηλαδή περίπου ενάμιση πήχης φάρδος και ενάμισης πήχης μάκρος. Την έβαζες εκεί πέρα κι έπαιρνε το κάρβουνο, τον ιδρώτα, ξέρω γω τι. Αυτή ήτανε ταχτική. Μόλις πηγαίναμε στο σπίτι τη βγάζαμε και ή την πλέναμε ή την αφήναμε εκεί, στέ­γνωνε και την άλλη μέρα τα ίδια.

"Φαγί γερό, ό,τι υπήρχε μες στο σπίτι, φασόλια, ρεβύθια, κουκιά, μακα­ρόνια, μπακαλιάρο. Το καθημερινό. Μετά ξάπλα. Κούραση. Εγώ που ήμουνα παιδάκι κουραζόμουνα. Έπεφτα και κοιμόμουνα μέχρι το βράδυ στις τέσσερις πέντε η ώρα. Μετά σηκωνόμαστε και πη­γαίναμε στο καφενείο. Βέβαια εγώ δεν πήγαινα στο καφενείο και τόσο." Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία.
Εγώ τότες στο κάρβουνο που δούλευα, άρχισα και τα έψηνα μ’ αύτη την πρώτη την γυναίκα που πήρα. Εγώ αυτήν είχα στο νου μου.
Από τον καιρό που ήμουνα παιδάκι μου άρεσε ο χορός. Χό­ρευα ζεμπέκικο, χασάπικο και σέρβικο, κι ακόμη από μικρός έφτια­χνα στίχους κι ας ήταν άσημα τα τραγουδάκια μου. Ήμουνα και μάγκας κι ομορφόπαιδο.
Εκεί στα Ταμπούρια επήγαινα και άραζα ταχτικά στο σπίτι μιας εξαδέρφης μου Κούλας Ριγούστου, και στην ίδια αυλή καθόταν η κοπέλα που αγάπησα. Αύτη ήταν ορθόδοξος, καταγόταν από την Πελοπόννησο και λεγόταν Ζιγκοάλα. Αυτού άραζα το λοιπόν κι έ­βλεπα αυτήνε το λεοντάρι που ήθελα να πάρω αργότερα.
Όλο κρυφά πολεμάγαμε. Να μην την δούνε oι δικοί της, η μάνα της, ο πατέρας της, τα’ αδέλφια της. Εμένα οι δικοί μου δε μ’ ένοιαζε. Το ξέρανε που της μίλαγα. Κι αύτη περίμενε με παντοίους τρόπους να με βρει ζούλα να μου μιλήσει. Έβγαινε έξω να ψωνίσει στο μπακάλικο. Την περίμενα εγώ στην πόρτα, καμιά φορά έβγαι­να και έξω, πήγαινα στο δρόμο που θα ‘ρχότανε, την έβρισκα και μιλάγαμε. Και λέγαμε τέλος πάντων, έτσι και έτσι και ξέρω γω τι, να τη φιλήσω, κι ότι θα σε πάρω να σε κάνω γυναίκα μου, και πότε θα γίνει αύτη η δουλειά. Ίσως να ‘ναι σωστή η παροιμία που λέει ότι όποιος σ’ αγαπάει σε κάνει και κλαις. Δεν είχαμε γνωριστεί δέ­κα μέρες και η Ζιγκοάλα με είπε Φραγκόσκυλο.
Όμως μ’ όλο το Φραγκόσκυλο ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος σχεδόν. Απ’ τις πρώτες μέρες επιάστηκε και ένας χρόνος πέρασε χωρίς να μικρύνει η φλόγα. Μια μέρα την άρπαξα κι έφυγα. Κλεφτήκαμε στις δέκα η ώρα το βράδυ και την πήγα στο σπίτι μου.Ήταν όμορφη, σπαθάτη γυναίκα, μελαχρινή, όμορφα μάτια κι όλα όμορφα.[...]
Αφού δούλεψα τέσσερα χρόνια στο κάρβουνο πέτυχα να πάω στη Ζέα, στο τελωνείο του Κυργιάκου Μαργιόλη για να οικονομάω περισσότερα. Αυτός ήτανε ο κάπος εκεί που ήτανε oι αποθήκες κι έκανε κουμάντο. Εδουλεύανε περίπου εκατό, έκατον πενήντα εργάτες κάθε μέρα υπό την προστασία αυτουνού.
Εκεί βγάζαμε τα εμπορεύματα. Ήμαστε μια παρέα πάλι δώ­δεκα νοματαίοι των βαρέων βαρών. Φορτωνόμουνα και είχα μια χα­μαλίκα και έφτασα να φορτωθώ εκατόν τριάντα πέντε οκάδες σέγια χάρτου.

"Δεν μπορώ να το σηκώσω πια. θα με χτυπήσει το τραμ. Φεύγουν αυτοί και το πέταξα αυτό το βάρος. Κι έπεσε χάμω. Κι έφυγα. Και εβρήκε αυτό απάνω μπροστά στη μούρη του τραμ. Το τραμ σταμάτησε, το κιβώτιο άνοιξε. Έκανα και ζημιά στο τραμ δηλαδή. Όχι μεγάλη ζημιά, μια φορά έσπα­σα τα τζάμια. Και τέλος πάντων με βοηθάγανε οι ανθρώποι και με χίλια ζόρια το ξαναφορτώθηκα και το πήγα μέσα στην αποθήκη. Και μόλις το λοιπόν το βάλαμε χάμω, δε γύρισα πάλι στην μαούνα που ξεφορτώναμε. Σηκώθηκα κι ανέβηκα πάνω σε μια στίβα από σακιά ζάχαρης, αλεύρια, ρύζια, μοναχός μου κι έκλαιγα σα μωρό παιδί." Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία.
Μια μέρα με φορτώσανε ένα πράμα σαν το τραπέζι, αλαφρύ πρά­μα αλλά μπούγιο, ε; Αψηλό πράμα, δεν ήτανε μαζωμένο να το πεις αυτό είναι βαρύ, θα το βάλεις στον ώμο σου να το πας. Αυτό με φορτώσανε το λοιπόν, δηλαδή ήτανε οκάδες πολλές, ήτανε κα­μιά εκατοσταριά οκάδες, εκατοπενήντα. Και το φορτώθηκα εγώ και το πήγα από το μουράγιο, από το τελωνείο τώρα της Ζέας, να το βγάλω όξω στις αποθήκες, δηλαδή να περπατήσω δέκα λεπτά φορτωμένος. Και από τις τέσσερις άκρες που είχε αυτό, ήταν τέσσερις ανθρώποι και με κρατάγανε και γω ήμουνα από κάτω με τη χαμα­λίκα. Το λοιπόν, τώρα που πρόκανα και βγήκα στο δρόμο, που περνάγανε τα τραμ, βλέπω ότι έρχεται το τραμ εκείνο. Δεν ξέρω πώς ζαλίστηκα, πώς φοβήθηκα και φωνάζω σ’ αυτούς που με βοηθούσαν, βάρδα από κάτω, θα το ρίξω. Δεν μπορώ να το σηκώσω πια. θα με χτυπήσει το τραμ. Φεύγουν αυτοί και το πέταξα αυτό το βάρος. Κι έπεσε χάμω. Κι έφυγα. Και εβρήκε αυτό απάνω μπροστά στη μούρη του τραμ. Το τραμ σταμάτησε, το κιβώτιο άνοιξε. Έκανα και ζημιά στο τραμ δηλαδή. Όχι μεγάλη ζημιά, μια φορά έσπα­σα τα τζάμια. Και τέλος πάντων με βοηθάγανε οι ανθρώποι  και με χίλια ζόρια το ξαναφορτώθηκα και το πήγα μέσα στην αποθήκη. Και μόλις το λοιπόν το βάλαμε χάμω, δε γύρισα πάλι στην μαούνα που ξεφορτώναμε. Σηκώθηκα κι ανέβηκα πάνω σε μια στίβα από σακιά ζάχαρης, αλεύρια, ρύζια, μοναχός μου κι έκλαιγα σα μωρό παιδί. Φοβήθηκα, κουράστηκα, εσκέφτηκα και λέω. Παναγιά μου, Χριστέ μου, άραγες αύτη θα είναι η δουλειά μου εμένανε; Όσα χρό­νια ζω να με τρώει ό κόπος κι ο ιδρώτας και τα τέτοια, και τι να πάρω, τι να κάνω; Άραγες θεέ μου, τέτοια ζωή θα κανω, χαμά­λης; Και τι χαμάλης, χαμάλαρος!  Έκλαιγα σα μωρό παιδί και περικάλαγα το Χριστό. Χριστέ μου βοήθησε με δηλαδή να φύγω να πάω σε μιαν άλλη δουλειά να γίνω κάπως διαφορετικά, να παίρνω λεπτά, να μην είμαι με τέτοια.
Εν τω μεταξύ, από κάτω το πόδι μου, η καμάρα, σχίσθηκε κι έτρεχε αίματα. Ήταν το πρώτο λύγισμά μου απ’ τον κόπο. Το πρώτο σοβαρό. Κι άλλη φορά είχα κλάψει μικρός και ξυπόλυτος όταν δούλευα και κρύωνα στο κάρβουνο. Τώρα όμως, μεγάλος πια κι έκλαψα.
Τότες που είχα πάει στο τελωνείο, ήμουνα παντρεμένος, είχα  πάρει το μουλάρι αυτό που συζητάμε, την πρώτη μου γυναίκα. Και εκεί κάνα δυο τρια χρόνια έμεινα.
Ύστερα από ‘κει πέρα το λοιπόν με πήρε ο πατέρας της αυτηνής στη δουλειά. Είχανε μια άλλη παρέα αυτοί σ’ ένα κέντρο στο λιμάνι μέσα, και κει έκανε κουμάντο κάποιος Σαλιμίδης. Κάπος ήταν κι αυτός. Κι ο πατέρας μια και μ’ έκανε γαμπρό τι θα ‘κανε; Το παιδί του είχα, με πήρε κει στη δουλειά και δούλευα μ’ αυτόνε. Ή­μουνα εργάτης, άλφα εργάτης.
Αυτός ήτανε καλός άνθρωπος, αν και δε με ήθελε με κανένα τρόπο έμενα να με κάνει γαμπρό. Αυτό διότι εγώ ήμουνα καθολι­κός. Καλότατος άνθρωπος, ήσυχος. Και εδούλευα εκεί πέρα μ’ αυτόν να πούμε, διότι είχα την κόρη του. Ξεφορτώναμε μαούνες με διάφορα πράματα. Εβγάζανε σταφίδα, εβγάζανε μελάσσες, εβγάζανε χαρούπια, διάφορα πράματα που φέρναν από την Κρήτη, από τα νησιά. Και ήτανε κει να πα να δεις στο Τελωνείο της Ζέας στο λιμάνι, στου Γιαννουλάτου στο Τζελέπη που αλλάζανε τα καρά­βια. Και θυμάμαι αυτό και πλείστα άλλα ακόμα.
Άλλη μια φορά με φορτώνουνε ένα κιβώτιο που ‘χε μέσα λεφτά, τα οποία τα φέρνανε από την ‘Αγγλία, εκεί που τα κόβανε να πούμε, και θα τα κυκλοφορούσαν εδώ. Λοιπόν με φόρτωσαν ένα κασάκι, το οποίο ήταν τόσο πολύ μικρό αλλά τόσο πολύ βαρύ. Είπαμε λεφτά, και ήτανε βαριά. Και μέσα εκεί το λοιπόν που φορτώναμε, πήρα το πέταξα, κάνω έτσι και άνοιξε. Πήρα και κάμποσα τα ‘βαλα στην τσέπη μου. Δίφραγκα ήτανε. Αλλά δεν περνάγανε αυτά τα λεφτά. Κι έκατσα κι εκεί πέρα κάμποσο καιρό, οχτώ εννιά μήνες εν όλω στο τελωνείο.
Ε, κατόπιν το λοιπόν από κει πέρα τα παράτησα όλα. Έ, δεν μπόραγα να κάνω αύτη τη δουλειά δεν ήτανε δουλειά για μένανε αύτη. Λέω, θα πάω να γίνω χασάπης, αν και στο νου μου, με όλες αυτές τις δουλειές που συζητάω, ήτανε μπροστά μου τα γράμ­ματα και η σύνθεση. Το ‘βλεπα κάθε μέρα αυτό το πράμα, πότε θ’ αρχινήσω να γράψω, να κάνω αύτη τη δουλειά. Όπως είχα γράψει εκείνο το τραγούδι που έλεγα Μια χ ε ι μ ω ν ι ά τ ι κ η  βραδιά. Αυτό το χα γράψει στη Σύρα μικρός, δεκα­πέντε δεκατεσσάρω, τόσο ήμουνα. Κι έκτοτε το θυμάμαι. Το ‘γραφα, το πέταξα το χαρτί, άλλα το θυμάμαι απ’ όξω. […]
Όλον αυτόν τον καιρό δεν έγραφα, επειδής ήμουνα κουρασμένος, επειδής έκανα άλλες δουλειές, επειδής κοίταζα αυτήνε, επειδής είχα μπροστά μου χίλια δυο άλλα. Αλλά από το νου μου δεν μού έ­φευγε αυτό. Δεν σκεπτόμουνα ότι θα βγάλω λεπτά μ’ αυτό το πρά­μα. Ούτε και ήξερα τέτοιο πράμα. Είμαστε παιδάκια στη Σύρα και πηγαίναμε και παίζαμε εκεί στην Πορτάρα, στην Πηγή, στο Πλα­τύ, στα Νερά και ελέγαμε κάτι τραγουδάκια, όχι τραγουδάκια, ποιήματα, άσημα πράματα, ούτε καν τα θυμάμαι.
Μια φορά θυμάμαι που πηγαίναμε τέσσερα πέντε παιδάκια με κάτι ντενεκέδες και με πέτρες και με ξύλα που τα χτυπάγαμε σε μια μου συγγενή γριά, την οποία τη λέγανε Μαρία. Και της είχα βγάλει εγώ ένα τραγουδάκι. Λέγαμε τώρα με τα ξύλα που παίζαμε
Για μια Μαρία η Σταζού είναι καλό λατάρι.
Σηκώνεται κάθε πρωί σκουπίζει μ’ ένα φτυάρι.
Παιδάκια ελέγαμε τώρα αυτό το πράμα. Είχα μια τάση τέτοια.Το σκεφτόμουνα με λαχτάρα αυτό το πράμα. Σου λέω που μ’ άρεσε να διαβάζω εφημερίδες. Και τότες μ’ όλη αύτη τη δουλειά, μη νομίζετε ότι μου παράλειπε η εφημερίδα. Την αγόραζα και διά­βαζα. Κι αν δεν είχα λεφτά να την αγοράσω, πάγαινα στο καφε­νείο και καθόμουνα και διάβαζα απ’ το καφενείο. Όχι μια, δέκα να ‘τανε στο καφενείο, εγώ τις διάβαζα. Και τα παρακολουθούσα όλα. Καθ’ όλα. Θυμάμαι όλα, τους πολέμους που γενήκανε τους ευρωπαϊκούς, τον πρώτο, το δεύτερο πόλεμο, όλα. Ούτε καν δεν είχα τέτοιο πράμα, ότι θα κάνω τέτοια δουλειά, ούτε εβασιζόμουνα ποτές. Έπαιζα μπουζούκι όμως ε, έπαιζα.
Το λοιπόν, εκεί είπαμε βρισκόμαστε στη βρωμόλιμνη, στη Ζέα δηλαδή. Εκεί βούιζε η κλεψιά, ήτανε oι παπατζήδες, oι πορτοφο­λάδες, oι λαχανάδες κι oι χασικλήδες κι oι διάφοροι, και μάγκες κι εγκληματίες και κουτσαβάκια.
Αφού εγνώρισα αρκετούς τέτοιους φίλους, οι οποίοι ήτανε και καλοί και κακοί μαζί, αρχίνισα με τους πιο καλούς να κάνω και συχνή παρέα. Η παρέα έφερε και τις αταξίες εκείνου του καιρού. Δεκαεννιά χρονών έγινα αγαπητικός στο μπορντέλο μιας Ειρήνης απ’ τη Σύμη. Ήτανε στο δεύτερο διαμέρισμα των Βούρλων, η πρώ­τη μου ερωτική επαφή. Μεγαλύτερη είκοσι εφτά, είκοσι οχτώ χρο­νών, μου ‘δινε και λεφτά και κουστούμια. Αγάπησα την άλλη, τη Μανιάτισσα την Ζιγκοάλα, και την απαράτησα. Όμως και μετά τον γάμο μου, πηγαίναμε, εγώ αν και νιόπαντρος, σε κοινές γυναί­κες που ακμάζανε τότες στα Βούρλα. Εκεί έκανα και γω τον κουτσαβάκη. Ήμουνα κι αγαπητικός. Ό,τι έβλεπα από τους άλ­λους έκανα και γω. Σιγά σιγά, σκαλί σκαλί, πήρα τον κατήφορο. Άρχισα να πηγαίνω και γω στους τεκέδες. Αφού τα γύρισα Όλα αυτά και τα ξεσκόνισα, όλους τους τεκέδες του Πειραιώς και των Α­θηνών και των περιχώρων, κι όπου ύπαρχε τεκές, κύλαγα στο βούρκο, όπως κυλιόντουσαν όλοι. Ήμουν ένας σωστός μάγκας κι ένας φίνος χασικλής και δεν είχα ταίρι.
Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου, που τον έτρωγε το μεράκι για το κατρακύλισμά μου, και η μάνα μου η κακομοίρα που ήθελε πάντα το καλό μου, όλο γκρίνιαζαν. Εγώ δεν άκουγα τίποτες. Έβρισκε η μάνα μου το μπελά της από τον πατέρα μου, γινότανε καυγάδες για μένα, ποιος φταίει.
Τα δύο μικρότερα αδέλφια μου ακολούθησαν το παράδειγμά μου. Ό ένας, ο Λινάρδος, τρελλάθηκε απ’ το χασίσι, στα δεκαεφτά του χρόνια. Έζησε τρελλός και πέθανε το σαράντα από την πείνα. Ο άλλος, ο Φραντζέσκος, έπινε κρασί κι απόχτησε ένα χαρακτήρα ανθρώπου επικίνδυνου. Μαχαίρια τραβούσε, και φόνο έκανε στο τέ­λος, και φυλακή επήγε.
Αφού όπως σας είπα είχα παρασυρθεί στην αλητεία, άρχισα να ζω κι όλες τις κακοπάθειές της. Και μια μέρα, με τσακώνουνε μέσα στον τεκέ του Σωτηράκη με πέντε άλλους και μου δίνουνε τον αργιλέ και τα καλάμια και τα χασίσια και τα τουμπεκιά στα χέρια, και δεμένον με περνούσαν, μαζί με τους άλλους, απ’ την παραλία του Πειραιώς, της Ζέας, και μας πηγαίνανε για το τρίτο που ήταν στην οδό Ρετσίνα. Κάτι ξυλιές, κάτι κλωτσιές, και την άλλη μέρα για το πλημμελειοδικείο. Τότε μάς έδινε δυο τρεις μέρες κράτηση, και όσες φορές κι αν μας πιάναμε το ίδιο.
Για μένα είναι σταθμός όμως αυτή η περιπέτεια. Για πρώτη φορά κρατητήρια, δικαστήρια, αποτυπώματα.

Μόλις βγήκαμε, τρέξαμε να βρούμε ναργιλέ. Άρχισε και μπήκαν στην ζωή μου και οι συλλήψεις πια τακτικές. Πώς να μην α­πελπιζόταν ο πατέρας μου;
Η πρώτη φορά που βρέθηκα στον τεκέ και που έκρινε τη ζωή μου. Βρέθηκα σε μια παρέα με φίλους, στα Αθάνατα του Αϊ-Γιωργιού, πλάι στην Ανάσταση, ο ένας ο Αντώνης ο αραμπατζής, ο άλ­λος ο Μήτσος ο καραβομαραγκός, ο άλλος ο Βασίλης ο κουλός, λι­μενεργάτης. Αυτοί ήταν μεγάλοι σαράντα, τριάντα πέντε χρονών, χασικλήδες. Πήγαν στον τεκέ και με πήραν μαζί τους. Αυτοί με πήραν στο λαιμό τους και μου έδωσαν το πρώτο μαύρο. Στα ίσα ναρ­γιλέ. Για πρώτη φορά είχα πολύ ζαλιστεί, βούρκωσαν τα μάτια μου, αρχίνισα τον έμετο, έβηχα πάρα πολύ κι ένιωσα σα να γύριζε ο κό­σμος σβούρα. Ήταν αδύνατο να κουνηθώ απ’ τη θέση μου. Μου χύνανε νερό να συνέλθω, μου δίνανε λεμόνι ξυνό να φάω. Έγινε αυτό στα Αθάνατα του Αϊ-Γιωργιού, πλάι στην Ανάσταση, στο είκόνισμα του Αϊ-Γιωργιού. Ήμουνα δεκαεφτά δεκαοχτώ χρονώ. Αφού περάσανε δύο τρεις ώρες, τότες συνήλθα. Τι μ’ έκανε και ξαναπήγα και δεν σταμάτησα; Το ντερβισιλίκι μου.
Το ντερβισιλίκι πάει να πει πως ήμουνα μάγκας, φιλότιμος, δεν πείραζα κανένανε, με σεβόντουσαν, τους σεβόμουνα, μ’ άγαπάγανε, τους αγάπαγα, σ’ ό,τι έλεγε ο ένας επικροτάγανε όλοι. Ήμαστε μάγκες, μάγκες ιππότες. Κονομάγαμε με τον ιδρώτα μας. Δεν εί­χαμε σχέση με τους αλανιάρηδες, που κλέβανε και κάναν διάφορες ατιμίες.[…]
Πέρναγε ο καιρός με τη μαστούρα και αργά ο καθένας πήγαινε για το σπίτι του, και το πρωί πάλι στη δουλειά.
Όταν πήγαινα αργά στο σπίτι μεθυσμένος απ’ το χασίσι, έμ­παινα σιγά σιγά στη ζούλα, για να μη ξυπνήσω τον πατέρα μου γιατί τον εντρεπόμουνα. Ένιωθα ότι δεν ήθελα να τον κοιτάξω στα μά­τια του, που δείχνανε όλο τον πόνο του για μένα. Δεν φτάνει που είχε τη φροντίδα τη δικιά μου, αλλά ήταν υποχρεωμένος να ζει και τη γυναίκα μου.
ΠΗΓΗ
http://eranistis2.wordpress.com/2010/12/04/%CE%BF-%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%80%CE%B5%CE%B9/?preview=true&preview_id=7435&preview_nonce=3bdbf14464

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010


Τραγούδια που θυμίζουν...Μάρκο ( του Άρη Νικολαίδη)

Ακούγοντας ένα λαϊκό τραγούδι μπορούμε συνήθως να ξεχωρίσουμε την ταυτότητα του δημιουργού του -άλλοτε εύκολα, άλλοτε δύσκολα- χωρίς να χρειάζεται η παραπομπή στην ετικέτα του αντίστοιχου δίσκου. Αυτό εξαρτάται από το «μέγεθος» του δημιουργού, απ' τις όποιες ιδιαιτερότητες έχουν τα τραγούδια του, απ' τους μουσικούς που παίζουν κ.λπ.
Το να διακρίνεις το δημιουργό Μάρκο πίσω απ' τα τραγούδια του μοιάζει να είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο. Κι αυτό γιατί ο Μάρκος ξεχωρίζει σε πολλά. Πρώτα-πρώτα η φωνή του. Αδύνατο να την μπερδέψεις με άλλη φωνή, ακόμα και με την πανομοιότυπη του Στέλιου Κηρομύτη. Αν συλλογιστούμε ότι ο Μάρκος ερμηνεύει τη συντριπτική πλειοψηφία των τραγουδιών του, τότε τα πράγμα γίνονται ακόμη πιο εύκολο.

Ένα άλλο δείγμα της δημιουργίας του Μάρκου είναι οι στίχοι του. Μάγκικοι, λιτοί και ταυτόχρονα ευαίσθητοι και περιεκτικοί. Τα θέματά του αφορούν μεν όλο το φάσμα της θεματολογίας των λαϊκών δημιουργών, όμως συχνά περιέχουν κάποιες «εμμονές» του Μάρκου που τα κάνουν διακριτά. Π.χ. η συχνή αναφορά σε μελαχρινές γενικότερα («Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά»), η επιθετική στάση απέναντι στην άπιστη γυναίκα με βαρείς χαρακτηρισμούς («Σκύλα, κακούργα δολοφόνισσα»), αλλά και άμεσες απειλές («θα σού 'ριχνα πετρέλαιο κι ύστερα να σε κάψω και μεσ' στο ξεροπήγαδο να πάω να σε πετάξω») κ.ά. Ακόμη και οι ρυθμοί που χρησιμοποιεί δίνουν ένα στίγμα, καθώς ορισμένοι, όπως για παράδειγμα το τσιφτετέλι, απουσιάζουν απ' το έργο του. Βάζω λοιπόν το cd να παίζει και ακούω ένα ζεϊμπέκικο στο γνωστό ύφος, με το Μάρκο να τραγουδάει:
«Είμαι παιδάκι μάλαμα, παιδί από τα φίνα
το ξέρει όλος ο ντουνιάς, Περαίας και Αθήνα…
…μα εσύ τρελή δε μ' αγαπάς, με διώχνεις και με βρίζεις
και τα ολόγλυκα φιλιά σ' άλλονε τα χαρίζεις»

Και λέω: «Ναι! Αυτό είναι Μάρκος». Αμ' δε! Γυρνάω στο πίσω μέρος του cd και διαβάζω: «Μουσική: Σπύρος Περιστέρης, Στίχοι: Μίνως Μάτσας». Μα είναι δυνατόν;
Αγχωμένος -σαν φανατικός θαυμαστής του Μάρκου- αρχίζω ν' ανατρέχω σε όλα τα δισκάκια με τραγούδια του Μάρκου και στις αντίστοιχες πληροφορίες. Βρίσκω λοιπόν αρκετά μυστήρια πράγματα. Πρώτα-πρώτα μια σειρά τραγούδια καταχωρημένα σε διάφορα ονόματα:
«Ο κουμπάρος ο ψαράς» (1940) και «Τα τσαγκαράκια» (1941) στο όνομα Ρόκος. Η «Σιγανοπαπαδίτσα» (1940) στο όνομα Ν. Σταθμάς. Η «Χριστίνα» (1940) και το «Άδικα με κατακρίνουν» (1940) στο όνομα Κ. Μακρής.

Ψάχνοντας, διαβάζοντας και ρωτώντας καταλήγω στο εξής συμπέρασμα: Ο Μάρκος, λέει, για διάφορους λόγους έβαλε μερικά τραγούδια του σε δικά του ψευδώνυμα. Τέτοια είναι το «Ρόκος» και το «Σταθμάς». Το «Κ. Μακρής» είναι επίσης ψευδώνυμο, αλλά όχι του Μάρκου. Είναι, λέει, του Σπ. Περιστέρη (ή του Μ. Μάτσα, δε θυμάμαι ακριβώς). Συνεχίζοντας το σκάλισμα βρίσκω κι άλλα τραγούδια: Το «Στην Πλάκα που επήγαινα» (1938) στο όνομα του Περιστέρη, το «Μάρκος πολυτεχνίτης» (1937) στο όνομα του Μάρκου και μερίδιο στον Περιστέρη, το «Μπουζούκι μου διπλόχορδο» (1937) στα ονόματα των Περιστέρη-Μάτσα! Είναι του Περιστέρη και του Μάτσα αυτά τα τραγούδια;

Να πάρουμε τον «Πολυτεχνίτη». Να δεχτούμε ότι ο Περιστέρης σαν μεγάλος μουσικός που ήταν μπορούσε να αντιγράψει το στυλ του Μάρκου στην εντέλεια. Οι στίχοι όμως; Εδώ πρόκειται κυριολεκτικά για «βιογραφικό σημείωμα» του Μάρκου. Αναφέρονται οι δουλειές του ποδαριού που έκανε μικρός στη Σύρα, αναφέρονται τα παιδικά του χρόνια, όπως ακριβώς τα αναφέρει τριάντα χρόνια αργότερα στην Αυτοβιογραφία του! Πάμε στο «Μπουζούκι μου διπλόχορδο». Είναι δυνατόν να γραφτούν από τον ιδιοκτήτη μιας δισκογραφικής εταιρίας (Μάτσας) οι στίχοι:

«Κι αν είμαι αλάνης φουκαράς δε φταίω σας το λέω
Για δυο ματάκια ψεύτικα μέρα και νύχτα κλαίω»;

Αν δεν είναι αυτοί στίχοι-υπογραφή του Μάρκου, τότε ποιοι είναι; Ο Γιάννης Παπαϊωάννου στην αυτοβιογραφία του («Ντόμπρα και σταράτα», επιμέλεια: Κώστα Χατζηδουλή) αναφέρεται στο «Μπουζούκι μου διπλόχορδο» λέγοντας τη φράση «…όπως έγραψε και ένας από εμάς…». Είναι δυνατόν ο Παπαϊωάννου να λέει «ένας από εμάς» και να εννοεί το Μάτσα; Τα τραγούδια πιθανότατα είναι του Μάρκου. Πώς όμως βρέθηκαν σε άλλα ονόματα; Το να πάρεις τραγούδι απ' το Μάρκο με το «έτσι θέλω» μοιάζει πραγματικά απίθανο. Ούτε κάποιος δευτεροκλασάτος ήταν ώστε να βρίσκεται σε ανάγκη ούτε κάποιος άσχετος με το χώρο ώστε να του «φας» τραγούδι χωρίς να το πάρει χαμπάρι. Προφανώς λοιπόν υπήρξε συναλλαγή.

Το Γαλατιανό Χασαποσέρβικο βγήκε στ' όνομα του Περιστέρη μετά από 
φιλική συναλλαγή με τον Γ. Σταματίου
Το Γαλατιανό Χασαποσέρβικο βγήκε στ' όνομα του Περιστέρη μετά από φιλική συναλλαγή με τον Γ. Σταματίου
Τι είδους συναλλαγές γίνονταν, κανείς δεν ξέρει. Άλλοι λένε ότι ο Μάρκος φοβόταν τυχόν οικονομικές συνέπειες λόγω του διαζυγίου του με την πρώτη του γυναίκα και έβαλε για ένα διάστημα μερικά τραγούδια του σε ψευδώνυμα ή στο όνομα άλλων μουσικών. Άλλοι λένε ότι τα έδωσε δώρο στον Περιστέρη γιατί τον βοήθησε επί σειρά ετών στις ηχογραφήσεις (ο Περιστέρης έκανε τις ενορχηστρώσεις στους περισσότερους προπολεμικούς δίσκους του Μάρκου, ενώ παράλληλα συμμετείχε παίζοντας κιθάρα ή μπουζούκι).

Στο cd «ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ - Σπύρος Περιστέρης ΙΙΙ», όπου περιέχεται το τραγούδι «Είμαι παιδάκι μάλαμα» που αναφέραμε πιο πάνω, ο Παναγιώτης Κουνάδης σημειώνει μεταξύ άλλων: «…οι μέχρι τώρα αφηγήσεις βεβαιώνουν ότι σε πληθώρα τραγουδιών των συνθετών της Πειραιώτικης κομπανίας, ήταν μεγάλη η παρέμβασή του (σ.σ. του Περιστέρη) στην τελική διαμόρφωση, γεγονός που πολλοί συνθέτες το «τακτοποιούσαν» φιλικά δίνοντας κάποια δικαιώματα στον Σπύρο Περιστέρη…».

Την ύπαρξη τέτοιων συναλλαγών είχα την ευκαιρία να την επιβεβαιώσω πρόσφατα κι εντελώς τυχαία. Παίρνοντας συνέντευξη απ' το δεξιοτέχνη λαϊκό μουσικό Γιάννη Σταματίου «Σπόρο», τον ρώτησα αν έχει συνθέσει αυτός τα σόλα που κατά καιρούς έχει παίξει. Αναφερόμενος λοιπόν, ανάμεσα στ' άλλα, στις «Γλυκιές πενιές» και στο «Γαλατιανό χασαποσέρβικο» (1956), μου είπε:
«Η μουσική είναι δική μου, αλλά ο Περιστέρης με παρακάλεσε να τα βάλουμε στο όνομά του γιατί ήθελε εκτός από μαέστρος να φαίνεται και σαν συνθέτης. Εγώ, επειδή ήθελα να ηχογραφηθούν, δέχτηκα. Όχι δηλαδή τίποτα παρεξηγήσεις. Φιλικά το ζήτησε ο άνθρωπος. Άλλωστε τα ποσοστά απ' τα πνευματικά δικαιώματα τα πληρωνόμουν εγώ, παρόλο που στην ΑΕΠΙ ήταν κατοχυρωμένα στου Περιστέρη το όνομα».

Είναι όμως ηθικά νόμιμες αυτές οι συναλλαγές; Ακόμη κι αν ήταν αναγκαίες σε κάποια δεδομένη στιγμή -για διάφορους λόγους- δε θα 'πρεπε στην πορεία να είχαν γίνει οι απαραίτητες κινήσεις για την αποκατάσταση της αλήθειας;
Κι εκτός αυτού υπάρχει και το οικονομικό θέμα. Μπορεί ο Μάρκος να είχε κάνει τα κουμάντα του με τον Περιστέρη, όσον αφορά τον τρόπο που μοιράζονταν τα ποσοστά απ' τα πνευματικά δικαιώματα. Αυτή τη στιγμή όμως τι γίνεται; Ποιος καρπώνεται τα οφέλη απ' τη δημιουργία του Μάρκου Βαμβακάρη;
ΠΗΓΗ
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΙΚΟ ΤΡΑΓΟΎΔΙ  "Η Κλίκα"...

Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010


Το μουσικο-ποιητικό εργαστήρι του Βαμβακάρη (του Νέαρχου Γεωργιάδη)

Όταν ο Ηλίας Πετρόπουλος έγραφε ότι τα «ρεμπέτικα» γεννήθηκαν μέσα στους τεκέδες και τις φυλακές, υπονοούσε ότι αυτοί που τα έφτιαξαν δεν ήταν επαγγελματίες τραγουδοποιοί, οι οποίοι δημιουργούσαν τα έργα τους στους χώρους της δουλειάς (μουσικά κέντρα, πανηγύρια κτλ.), ή της διαμονής τους, αλλά εγκληματίες, που σκάρωναν περιστασιακά στιχάκια και μουσικές αποκλειστικά σε χώρους του εγκλήματος.
Εξάλλου αυτό το υπονοούμενο το επιβεβαίωσε και σε άλλες σελίδες του, λέγοντας ότι το ρεμπέτικο είναι το τραγούδι του υποκόσμου. (Πετρόπουλος, 1968, σ. 20, 24 και 1990, σ. 55.). Την ανοησία αυτή του Πετρόπουλου την αντέγραψαν και την αναπαρήγαγαν άκριτα και άλλοι ρεμπετολόγοι. Ο Δαμιανάκος γράφει επί λέξει ότι χώρος δημιουργίας του ρεμπέτικου είναι ο τεκές και η φυλακή. (Δαμιανάκος, 1976, σ. 244 -245.) Η Γκέηλ-Χολστ, διατυπώνοντας πληρέστερα την αόριστη και νεφελώδη άποψη του Πετρόπουλου, ισχυρίστηκε ότι μέσα στις φυλακές φτιάχτηκαν τραγούδια που εξακολουθούσαν να τραγουδιούνται και έξω από αυτές, η δε μουσική τους έγινε δημοφιλής στους κύκλους του υποκόσμου. (Χολστ, 1977, σ.25.) Ο Εντ Έμερυ, αντιγράφοντας επί λέξει τον Πετρόπουλο, λέει ότι «κοιτίδα του ρεμπέτικου ήταν η φυλακή κι ο τεκές του χασίς» (Έμερυ, 2007, σ.7).

Αυτό κάνει πιο επιτακτικό το αίτημα να εξεταστεί ο χώρος και ο χρόνος γέννησης των αστικο-λαϊκών τραγουδιών, τουλάχιστον για τον εικοστό αιώνα, για τον οποίο διαθέτουμε αρκετές μαρτυρίες.
Ένα λαϊκό τραγούδι της πόλης δεν δημιουργείται μονομιάς. Δημιουργείται σταδιακά, συνεπώς έχει διάφορες χρονικές φάσεις, σε διαφορετικούς χρόνους και φυσικά σε διαφορετικούς τόπους. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την ξακουστή «Φραγκοσυριανή». Ο Μάρκος Βαμβακάρης στα 1935 πήγε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σύρα, για καλλιτεχνική περιοδεία. Παρέμεινε περίπου για δύο μήνες. Έπαιζε και τραγουδούσε σε ένα κέντρο της παραλίας. Μια νύχτα ξεχώρισε μέσα στον κόσμο που γέμιζε το μαγαζί μια όμορφη γυναίκα που του έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν αντάλλαξαν ούτε λέξη, αλλά όταν επέστρεψε στον Πειραιά που ήταν ή μόνιμη κατοικία του, έγραψε τη «Φραγκοσυριανή» (Βαμβακάρης, 1978, σ.157) και αρκετές μέρες αργότερα πήγε στο στούντιο και την ηχογράφησε. Εδώ λοιπόν ξεχωρίζουμε τέσσερις διαδοχικές χρονικές φάσεις: 1Το βίωμα - είδε αυτή τη γυναίκα που τον μαγνήτισε, σ’ ένα κέντρο στην παραλία της Ερμούπολης.

2Τη συγγραφή των στίχων, στον Πειραιά.

3Τη μελοποίηση των στίχων με τη χρήση του μπουζουκιού και της φωνής του.

4Την ηχογράφηση του τραγουδιού στο στούντιο.

Φυσικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε κι άλλες χρονικές φάσεις, για παράδειγμα το χρόνο επεξεργασίας και διαμόρφωσης του τραγουδιού, που σίγουρα είχε κάποια διάρκεια, από μερικές ώρες μέχρι μερικές μέρες. Επίσης τη δοκιμασία (τεστάρισμα) του τραγουδιού στο κέντρο, όπου δούλευε επαγγελματικά, για να δοκιμάσει, όπως συνήθιζε, ποια ρυθμική αγωγή ταίριαζε καλύτερα στα πόδια των χορευτών και ποιες ήταν οι αντιδράσεις του κοινού στην ακρόαση του τραγουδιού.

Ας πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα, από τις περιοδείες του στη Θεσσαλονίκη. Η συμπρωτεύουσα του έκανε μεγάλη εντύπωση με τις πολλές, μεγάλες και πλούσιες αγορές της, με τα πολλά φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ψάρια, κρέατα, που καταφθάνανε από τα γύρω χωριά και προάστια με φορτωμένα κάρα. Τα πολλά και όμορφα είδη ρουχισμού που ήτανε προσιτά ακόμα και στις χαμηλότερες τάξεις είχαν ως αποτέλεσμα γυναίκες και άντρες καλοντυμένους, που δημιουργούσαν μιαν αίσθηση Ευρώπης. Το ακροατήριό του, αποτελούμενο από αυτούς τους ανθρώπους, τού έδειχνε μεγάλη συμπάθεια, περιποίηση και θαυμασμό. Έτσι ο Βαμβακάρης εμπνεύστηκε και έγραψε το τραγούδι για τη Θεσσαλονίκη:

Ωραία την επέρασα μες στη Θεσσαλονίκη
θυμήθηκα το ’12 που πήραμε τη νίκη.

Μικροί, μεγάλοι τρέξανε εμένα για να δούνε
ν’ ακούσουνε γλυκιά πενιά και να φχαριστηθούνε.

Πλούσια ’ταν τα ελέη τους, τα γλέντια κι η χαρά τους,
εμένα μ’ αγαπήσανε όλοι με την καρδιά τους.

Στην προκειμένη περίπτωση το βίωμα αναλύεται σε περισσότερες χρονικές στιγμές: Στα 1912, ο Βαμβακάρης, εφτά χρονών τότε, μάθαινε από τις εφημερίδες ότι ο ελληνικός στρατός ελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη και ένιωθε εθνική υπερηφάνεια και ικανοποίηση. Οι θυσίες των Ελλήνων στρατιωτών, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο πατέρας του, δεν πήγανε χαμένες!... Στα 1935, όταν πήγε στη Θεσσαλονίκη αυτοπροσώπως, θαύμασε την αγορά, την κοινωνική ζωή και την ανταπόκριση των ακροατών του… Έτσι εμπνεύστηκε το τραγούδι. (Βαμβακάρης, 1978, σ.167-168.) Σε επόμενη χρονική στιγμή έγινε η συγγραφή των στίχων, μετά η μελοποίηση και αρκετές μέρες αργότερα η ηχογράφηση.

Ένα από τα περιφημότερα τραγούδια του Βαμβακάρη σχετίζεται με την περιοδεία του στα Τρίκαλα, όπου παρέμεινε 15 ως 20 μέρες, επίσης στα 1935. Εκεί γνώρισε τους μάγκες των Τρικάλων που του έδειξαν αγάπη και εκτίμηση. Μάγκες, ρεμπέτες, κουτσαβάκηδες, που δεν τον ήξεραν προσωπικά μέχρι τότε, είχαν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν από κοντά, να του μιλήσουνε και να ανταλλάξουν καλαμπούρια. Όλοι αυτοί ήταν άνθρωποι των λαϊκών τάξεων (ο Βαμβακάρης σε κάποιο σημείο της «Αυτοβιογραφίας» του μιλά για μάγκες που βγάζαν τα λεφτά με τον ιδρώτα τους) κι αυτό του έφερνε στη μνήμη ότι κι ο ίδιος προερχόταν απ’ τη φτωχολογιά και βέβαια ζούσε πάντα μέσα στη σχετική ή απόλυτη φτώχεια. Έτσι ήταν πολύ καταδεχτικός μαζί τους. Οι μάγκες των Τρικάλων ανακαλούσαν στη μνήμη του τους μάγκες, ρεμπέτες και κουτσαβάκηδες και άλλων περιοχών, όπου έζησε ή όπου περιόδευσε. Με αυτά τα βιώματα, τα οποία ξεκινούσαν από την παιδική του ηλικία (μάγκες της Σύρου), συνεχίζονταν στον Πειραιά (κατοικία του) και επαναλαμβάνονταν σε αστικούς χώρους που περιόδευε, συμπληρώνεται η εμπειρία του σχετικά με το θέμα. Συνεπώς, το βίωμα αναλύεται σε περισσότερες από μια χρονικές φάσεις. Στο φρούριο των Τρικάλων, που είχε μετατραπεί σε μουσικό κέντρο, όπως μας αφηγείται ο ίδιος, έγραψε τους στίχους και μετά τη μουσική ενός εμβληματικού τραγουδιού του. Το επεξεργάστηκε και το λανσάρισε μέσα στο κάστρο των Τρικάλων. (Βαμβακάρης, 1978, σ. 166.) Κι όταν επέστρεψε στην Αθήνα, το ηχογράφησε:

Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά εμένα μ’ αγαπούνε
μόλις θα μ’ αντικρίσουνε, θυσία θα γινούνε.

Όσοι δε με γνωρίζουνε, τώρα θα με γνωρίσουν
εγώ κάνω την τσάρκα μου κι ας με καλαμπουρίζουν.

Κι εγώ φτωχός γεννήθηκα, στον κόσμο έχω γυρίσει
μέσα απ’ τα φύλλα της καρδιάς κι εγώ ‘χω μαρτυρήσει.

Όλοι οι κουτσαβάκηδες που ζούνε στο κουρμπέτι
κι αυτοί μες στην καρδούλα τους έχουν μεγάλο ντέρτι.

Στα Τρίκαλα ολοκλήρωσε και το τραγούδι «Ισοβίτης». Το είχε εμπνευστεί, όπως λέει ο ίδιος, από την πρώτη του γυναίκα και από τα βίαια συναισθήματα εκδίκησης που του γεννούσε: «Είχα τη γυναίκα μου που μου ‘κανε κόνξες...». Σε πρώτη φάση λοιπόν είχε το βίωμα. Σε δεύτερη φάση έγραψε τους στίχους, στο σπίτι του, στα Άσπρα Χώματα, όπως δήλωσε ο ίδιος. Σε τρίτη φάση το ολοκλήρωσε μουσικά, στη Θεσσαλονίκη και φυσικά το ηχογράφησε όταν επέστρεψε στην Αθήνα. (Βαμβακάρης, 1978, σ.167-168.) Στο Βοτανικό, στο κέντρο του Αντώνη Βλάχου, όπου ο Βαμβακάρης δούλεψε από το 1936 μέχρι το 1940, οπότε κηρύχτηκε ο Ελληνο-ιταλικός Πόλεμος, πηγαίνανε και πολλές γυναίκες με τους συνοδούς τους, είτε απλώς για να τον ακούσουν και να τον δουν είτε μερικές με σκοπό να συνάψουν σχέση μαζί του. Από αυτά τα διαδοχικά βιώματα δημιουργήθηκαν τραγούδια, όπως: «Κάθε βράδυ θα σε περιμένω», «Ρίξε, Τσιγγάνα, τα χαρτιά», «Τα βράδια στο Βοτανικό», «Μια ξανθιά, τρελή γαλανομάτα» (Βαμβακάρης, 1978, σ. 175-178, 187). Για το τελευταίο ο τραγουδοποιός λέει ρητά ότι το «έγραψε» τα βράδια στο Βοτανικό, όπου ερχόταν η ξανθιά γαλανομάτα και τον έβλεπε... Έτσι λοιπόν, μπορεί κανείς να παρατηρήσει τα διάφορα στάδια, από το βίωμα μέχρι την ηχογράφηση, μερικά εκ των οποίων αναλύονται βεβαίως σε περισσότερα του ενός χρονικά σημεία.

Στα 1925 ο Βαμβακάρης κλήθηκε να κάνει τη θητεία του σε ένα τάγμα πεζικού, στον Κορυδαλλό. Στη διάρκεια αυτής της θητείας πολλές φορές του επιβλήθηκε η ποινή της κράτησης μέσα στο πειθαρχείο του λόχου. Άλλοτε έμπαινε στο πειθαρχείο τιμωρημένος, άλλοτε ατιμώρητος - εθελοντής, όπως έλεγε. Εκεί στο πειθαρχείο έγραψε τους πρώτους στίχους για τα τραγούδια του… Όμως τους μελοποίησε αργότερα, στο σπίτι του. «Αυτά τα τραγούδια τα φύλαγα στο σπίτι μου σαν κειμήλια. Μουσική δεν είχα βάλει. Έγραψα τους πρώτους μου στίχους εκεί μέσα, που αργότερα τους έβαλα σε δίσκους». Αναφέρει ως παραδείγματα που θυμάται: «‘Έπρεπε να ‘ρχόσουνα, μάγκα, μες στον τεκέ μας», «Χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί» (Βαμβακάρης, 1978, σ.134). Είναι φανερό ότι τα βιώματα γι’ αυτά τα δυο τραγούδια προέρχονταν από τον τεκέ... Οι στίχοι γραφτήκανε αργότερα - στο πειθαρχείο. Η μουσική πολύ αργότερα, στο σπίτι του, όπου τους φύλαγε σε τετράδια σαν κειμήλια. Και η ηχογράφηση έγινε πολύ αργότερα. Όταν ο Πετρόπουλος και οι ακόλουθοί του μιλούν για «φυλακή», όπου δήθεν γεννήθηκε το ρεμπέτικο, αγνοούν ή θέλουν να αγνοούν ότι υπάρχουν δυο διαφορετικά είδη φυλακών. Πρώτο είδος είναι η ποινική φυλακή, την οποία γνώρισε κι ο Βαμβακάρης πότε για τρεις ημέρες, λόγω καπνίσματος χασίς και μια φορά για οκτώ μήνες κρατούμενος, αλλά απολύθηκε χωρίς δίκη, δηλαδή θεωρήθηκε αθώος. Δεύτερο είδος φυλακής - η πολιτική κράτηση και φυλάκιση, η οποία κι αυτή ενέπνευσε τραγούδια, ίσως περισσότερα από αυτά που ενέπνευσε η ποινική φυλακή. Πολιτική φυλάκιση υπέστησαν πολλοί από τους καλύτερους Έλληνες: από τον Κολοκοτρώνη και το Μακρυγιάννη μέχρι τον Άρη Βελουχιώτη και το Νίκο Μπελογιάννη. Και φυσικά πολλοί συνθέτες, δεξιοτέχνες και τραγουδιστές του αστικο-λαϊκού μας τραγουδιού. Ο Βαμβακάρης γνώρισε και τα δυο είδη φυλάκισης. Φαίνεται ότι το βίωμα της ποινικής προφυλάκισής του το κράτησε για πολλά χρόνια μέσα του και το έβγαλε αργότερα, στους στίχους και στη μουσική του συγκλονιστικού τραγουδιού «Τα βάσανά μου». Η ηχογράφησή του έγινε δεκαετίες αργότερα (1967), και το τραγούδι απαγορεύτηκε, επειδή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εκπέμπει και πολιτικά μηνύματα:


Τα βάσανά μου
πληγώνουνε την καρδιά μου
και μου μαραίνουν τη ζωή
δεν μου ’μεινε πνοή.
Σαν συλλογούμαι
τα βράδια δεν κοιμούμαι
γιατί με ζώνουνε οι καημοί
καθ’ ώρα και στιγμή.

Μες στο κελί μου
θα λιώσει το κορμί μου
και θα με φάει η μοναξιά,
μανούλα μου γλυκιά.
Πέρασαν χρόνια
άσπρα μαλλιά, σαν χιόνια,
με γέρασε η φυλακή,
μανούλα μου, γιατί;

Τι έχω φταίξει
και ποιος θα με προσέξει;
Στο κάτω-κάτω της γραφής,
μανούλα μου, θα δεις
ότι δεν φταίω
και μέρα νύχτα κλαίω
στα σίδερα της φυλακής.
και θα με λυπηθείς.

Η μονοήμερη κράτησή του στα μπουντρούμια των οδών Μέρλιν και Σέκερη, σε συνδυασμό με τα όσα είδε εκεί (μελλοθάνατους που του φωνάζανε να δώσει μηνύματα στις γυναίκες και στα παιδιά τους, βασανιστήρια και αίματα στους τοίχους) τον εμπνεύσανε να γράψει σε λίγες μέρες το «Χαϊδάρι», το οποίο δεν ηχογραφήθηκε τότε. Κυκλοφόρησε πολλά χρόνια αργότερα με μουσική του Στέλιου Βαμβακάρη, μιας και η αρχική μουσική είχε ξεχαστεί. Και σε αυτές τις περιπτώσεις τα τραγούδια δεν δημιουργηθήκανε στη φυλακή, η οποία έδωσε μόνο το βίωμα - δηλαδή την πρώτη φάση δημιουργίας του κάθε τραγουδιού. Ο Μάρκος Βαμβακάρης είναι η χαρακτηριστικότερη περίπτωση αστικο-λαϊκού τραγουδοποιού, στον οποίο οι ρεμπετολόγοι, με επικεφαλής τον Πετρόπουλο, βασίστηκαν για να ισχυριστούν ότι τάχα το ρεμπέτικο δημιουργήθηκε μέσα στους τεκέδες ή στις φυλακές. Κάπνιζε μαλακά ναρκωτικά, όμως δεν ήταν ο μόνος. Ο Μπάυρον, ο Πόε, ο Μπωντλέρ, ο Ντε Κουίνσυ, κάπνιζαν κι αυτοί, ύμνησαν τα μαλακά ναρκωτικά και περιγράψανε την εμπειρία τους. Όμως ποτέ και κανείς δεν τους χαρακτήρισε εγκληματίες και υπόκοσμο. Με ποια λογική λοιπόν ο πατριάρχης του μπουζουκιού Βαμβακάρης χαρακτηρίζεται υπόκοσμος και περιθώριο, ενώ ο Μπωντλέρ, ο Πόε, ο Μπάυρον και οι άλλοι δεν χαρακτηρίζονται έτσι, αλλά θεωρούνται κορυφές του ποιητικού Παρνασσού;

Ο Φρανσουά Βιγιόν καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε ως δολοφόνος. Αυτό όμως δεν αναιρεί την ποιητική του αξία που μας έδωσε τις περίφημες μπαλάντες του. Ο Πωλ Βερλέν φυλακίστηκε για απόπειρα δολοφονίας του φίλου του, Ρεμπώ, αλλά κανείς δεν θέλει να θυμάται την εγκληματική του ιδιότητα, παρά μόνο τον υμνούνε ως αρχηγό του γαλλικού συμβολισμού. Το γεγονός είναι ότι τα αριστουργήματα του Βιγιόν και του Βερλέν δεν οφείλονται στη φυλακή και στην εγκληματικότητά τους, αλλά στο ποιητικό τους ταλέντο. Κατ’ αναλογίαν και τα δημιουργήματα του Βαμβακάρη δεν οφείλονται στις ολιγοήμερες φυλακίσεις και στο αθώο έγκλημα της χρήσης του χασίς, αλλά στο μεγάλο μουσικο-ποιητικό ταλέντο του. Ο Βαμβακάρης είναι χαρακτηριστικός, επειδή το τραγούδι του «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά» χρησιμοποιήθηκε από τη σχολή Πετρόπουλου ως βάση και έρεισμα για να χαρακτηριστεί το αστικο-λαϊκό ή ρεμπέτικο είδος τραγούδι του υποκόσμου. Όμως το τραγούδι αυτό δεν δηλώνει ούτε τον υπόκοσμο ούτε τα εγκλήματά του. Μέσα στα περίπου 250 τραγούδια του Βαμβακάρη μόνο τα 18 ασχολούνται με το χασίς, και ευτυχώς που ασχολούνται, επειδή αυτό το φαινόμενο της μεσοπολεμικής ελληνικής κοινωνίας δεν έπρεπε να μείνει άδηλο και ακατάγραφτο. Όμως ούτε από την αυτοβιογραφία του ούτε από άλλη μαρτυρία προκύπτει ότι ο Μάρκος Βαμβακάρης συνέθετε τα τραγούδια του στους τεκέδες ή στις φυλακές. Αντίθετα, φαίνεται ότι δεν συνέβαινε αυτό. Και ήταν δύσκολο να συμβεί, επειδή ο φυλακισμένος του μεσοπολέμου δεν επιτρεπόταν να έχει τα μουσικά του όργανα μέσα στη φυλακή. Επίσης η μαστούρα του τεκέ δεν επιτρέπει τη συγκέντρωση που απαιτεί η στιχουργία, η μελοποίηση και η απομνημόνευση ενός τραγουδιού.

Αντίθετα, ο Βαμβακάρης είχε τετράδιο και μολύβια κάτω απ’ το μαξιλάρι που κοιμότανε στο σπίτι του, προκειμένου να γράφει τις εμπνεύσεις που του έρχονταν στον ύπνο και στον ξύπνιο του. Όσο για τη μουσική, αργότερα χρησιμοποιούσε και την τεχνολογία του μαγνητοφώνου. Αλλά, αν ισχύουν αυτά για τον Βαμβακάρη, τότε πώς μπορούσε να συνθέτει στον τεκέ ο Μητσάκης, που κάπνισε μόνο μια φορά και το σιχάθηκε, ο Τσιτσάνης και τόσοι άλλοι που δεν είχαν πάει ποτέ τους φυλακή; Η βασικότερη όμως διάψευση της θεωρίας του Πετρόπουλου και των επιγόνων του, ότι ο τεκές και η φυλακή ήταν το λίκνο του αστικο-λαϊκού μας τραγουδιού, είναι το γεγονός ότι τα τραγούδια αυτά δεν δημιουργούνταν μια κι όξω, σαν πιστολιές, αλλά σε διάφορες χρονικές φάσεις που απείχαν λίγο πολύ μεταξύ τους και φυσικά σε διαφορετικούς χώρους. Όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις του Βαμβακάρη, οι κυριότεροι από αυτούς ήταν οι χώροι εργασίας των επαγγελματιών συνθετών, οι χώροι διαμονής τους και το στούντιο ηχογράφησης.

Τα αστικο-λαϊκά τραγούδια δεν ήταν -όπως νόμιζε ο Πετρόπουλος και οι συν αυτώ- πρόχειρα στιχάκια και τυχαίες ασήμαντες μελωδίες που σκαρώνονταν από μια στιγμιαία έμπνευση ερασιτεχνών σε επιλήψιμους χώρους. Ήταν σύνθετα καλλιτεχνικά έργα βασισμένα σε μακραίωνες παραδόσεις τριών διαφορετικών τεχνών (ποίησης, μουσικής και χορού), που συνδύαζαν μεταξύ τους και συνέκφραζαν τόσο τους δημιουργούς όσο και το πολυπληθές ακροατήριό τους. Αποτελούσαν περίτεχνα μουσικο-ποιητικά έργα, που γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν τους λαϊκούς μαζικούς κώδικες έκφρασης και επικοινωνίας, κώδικες στη γλώσσα, τη μετρική, τη στιχουργία, τη μελωδία, τα μουσικά όργανα, τον χορό και τη θεματολογία. Έργα που αιχμαλώτιζαν και αποτύπωναν γεγονότα και βιώματα για τους σύγχρονούς τους, αλλά και για το διαχρονικό κοινό. Αυτά τα αστικο-λαϊκά τραγούδια δεν πηγαίνανε από τους ερασιτέχνες προς τους επαγγελματίες, όπως ισχυρίζεται η σχολή Πετρόπουλου, αλλά το αντίθετο. Από τους επαγγελματίες τραγουδοποιούς προς τους ερασιτέχνες τραγουδιστές της κάθε εποχής και του κάθε τόπου.
ΠΗΓΗ
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ  "Η κλίκα"